σύγγραμμα


σύγγραμμα
сочинение

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σύγγραμμα" в других словарях:

  • σύγγραμμα — writing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύγγραμμα — το, ΝΜΑ [συγγράφω] πνευματικό έργο σε γραπτό πεζό λόγο (α. «εξέδωσε ένα σημαντικό επιστημονικό σύγγραμμα» β. «Πρόδικος δὲ ὁ σοφὸς ἐν τῷ συγγράματι τῷ περὶ Ἡρακλέους», Ηρόδ.) νεοελλ. βιβλίο («κάθε φοιτητής δικαιούται δωρεάν ένα μόνον σύγγραμμα»)… …   Dictionary of Greek

  • σύγγραμμα — [синграмма] ουσ. о. сочинение, литературное произведение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σύγγραμμα — το βιβλίο, συγγραφή, γραπτό έργο λογοτεχνικό ή επιστημονικό: Μελετά τα συγγράμματα των αρχαίων φιλοσόφων. – Τα συγγράμματα του καθηγητή μοιράζονται δωρεάν στους φοιτητές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξύγγραμμα — σύγγραμμα , σύγγραμμα writing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλική αγωγή — Σύγγραμμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ του Παλαιολόγου (1347 1424). Ο πλήρης τίτλος του είναι: Μανουήλ του Παλαιολόγου, του ευσεβεστάτου και φιλοχρήστου βασιλέως, προς τον υιόν αυτού και βασιλέα Ιωάννην τον Παλαιολόγον, υποθήκαι… …   Dictionary of Greek

  • Διάταξις Φιλοθέου — Σύγγραμμα του 14ου αι., αγνώστου συγγραφέα. Πολλοί θεωρούν πως πρόκειται για έργο του οικουμενικού πατριάρχη Φιλόθεου του Κόκκινου και άλλοι το αποδίδουν στον σύγχρονο του Φιλόθεου, επίσκοπο Ηρακλείας. Πρόκειται για αναλυτική τυπική διάταξη της… …   Dictionary of Greek

  • συγγραμμάτων — σύγγραμμα writing neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράμμασι — σύγγραμμα writing neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράμμασιν — σύγγραμμα writing neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράμματα — σύγγραμμα writing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)